γηραιός

γηρ-αιός, ά, όν (also ός, όν Antipho 4.1.2): ([etym.] γῆρας):—longer form of γεραιός,
A aged, old,

γηραιὸς δὲ θάνοις Hes.Op.378

, cf. Hdt.3.64, Pi.P.4.157, A.Pers.854 (lyr.), Supp.606, Th.6.54;

γ. τελευτᾶν X.Ages.11.15

, Pl.Smp.179e;

τὸν μὲν ἄρ' αἰὼν γ. κατέπεφνε Maiist. 12

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γηραιός — aged masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραιός — ά και ή, ό (AM γηραιός, ά, όν, Α και γεραιός) γέρος, ηλικιωμένος (λέγεται και για σεβαστούς γέροντες). [ΕΤΥΜΟΛ. < γήρας. Ο τονισμός πιθανώς αναλογικά προς το παλαιός. Η λ. γηραιός αποτελεί παράλληλο τ. τού γεραιός, από το οποίο διαφέρει κατά… …   Dictionary of Greek

  • γηραλέα — γηραιός aged neut nom/voc/acc pl (epic) γηραιός aged neut nom/voc/acc pl γηραλέᾱ , γηραιός aged fem nom/voc/acc dual (epic) γηραλέᾱ , γηραιός aged fem nom/voc sg (attic doric aeolic) γηραιός aged neut nom/voc/acc pl γηραλέᾱ , γηραιός aged fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέον — γηραιός aged masc acc sg (epic) γηραιός aged masc acc sg γηραιός aged neut nom/voc/acc sg (epic) γηραιός aged neut nom/voc/acc sg γηραιός aged masc acc sg γηραιός aged neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέαι — γηραιός aged fem nom/voc pl (epic) γηραιός aged fem nom/voc pl γηραλέᾱͅ , γηραιός aged fem dat sg (attic doric aeolic) γηραιός aged fem nom/voc pl γηραλέᾱͅ , γηραιός aged fem dat sg (attic doric aeolic) γηραλέᾱͅ , γηραλέος fem dat sg (attic doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέω — γηραιός aged masc/neut nom/voc/acc dual (epic) γηραιός aged masc/neut gen sg (doric aeolic) γηραιός aged masc/neut nom/voc/acc dual γηραιός aged masc/neut gen sg (doric aeolic) γηραλέος masc/neut nom/voc/acc dual γηραλέος masc/neut gen sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέων — γηραιός aged fem gen pl (epic) γηραιός aged masc/neut gen pl (epic) γηραιός aged fem gen pl γηραιός aged masc/neut gen pl γηραλέος fem gen pl γηραλέος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραιά — γηραιός aged neut nom/voc/acc pl γηραιά̱ , γηραιός aged fem nom/voc/acc dual γηραιά̱ , γηραιός aged fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέαις — γηραιός aged fem dat pl (epic) γηραλέᾱͅς , γηραιός aged fem dat pl (attic) γηραιός aged fem dat pl γηραλέος fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέε — γηραιός aged masc voc sg (epic) γηραιός aged masc voc sg γηραιός aged masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέοι — γηραιός aged masc nom/voc pl (epic) γηραιός aged masc nom/voc pl γηραιός aged masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.